Ψήφο στο ΚΚΕ! για να γινουν τα ονειρα των αστων εφιαλτες

Τρίτη, 19 Μαΐου 2009 5:01 μμ



Καθώς μένουν 19 μέρες για την κάλπη των ευρωεκλογών, οι γραφίδες του αστικού Τύπου έχουν «πάρει φωτιά», δείχνοντας την υποβόσκουσα ανησυχία τους μήπως και τα κόμματα του δικομματισμού πέσουν σημαντικά, ως έκφραση της αποδοκιμασίας από τα λαϊκά στρώματα. Φυσικά, αυτή η «πρεμούρα» δεν είναι χωρίς λόγο. Καθώς τα επιτελεία της αστικής τάξης διαπιστώνουν ότι νέες λαϊκές δυνάμεις συνειδητοποιούν την ταξική τους θέση και έχοντας τις δικές τους εμπειρίες δεν ανέχονται πλέον να τους υποκλέπτουν την ψήφο. Επίσης, ότι περισσότεροι άνθρωποι του μόχθου αντιλαμβάνονται τη στρατηγική σύμπλευση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ, παρά τους δήθεν καυγάδες τους. Και, βέβαια, η στεναχώρια τους δεν είναι γενική. Κυρίως, φοβούνται την προσέγγιση εργατών, μικροεπαγγελματιών της πόλης και του χωριού, της νεολαίας με το ΚΚΕ. Αυτό θέλουν να αποτρέψουν. Μια γενική διοχέτευση ψήφου διαμαρτυρίας προς ανώδυνα για το σύστημα κανάλια , όπως στο ΣΥΝ - ΣΥΡΙΖΑ, στο ΛΑ.Ο.Σ. ή τους Οικολόγους, δεν ενοχλεί καθόλου την αστική τάξη. Αλλωστε, ως αναχώματα στη ριζοσπαστικοποίηση, είναι χρήσιμα.
Αυτό που θέλουν να αποφύγουν οι αστοί, είναι να μην υπάρξει αντιστοίχηση της λαϊκής δυσαρέσκειας με ψήφο στήριξης στο ΚΚΕ, που θα σημάνει γενικότερα την ισχυροποίηση της λαϊκής παρέμβασης, ενίσχυση του οργανωμένου αγωνιστικού εργατικού, αγροτικού, νεολαιίστικου κινήματος, της κοινής τους δράσης. Ξέρουν πως ένα ισχυρό ΚΚΕ αφαιρεί δύναμη από τη δικομματική εναλλαγή, δυσκολεύει το αστικό πολιτικό σύστημα, ενισχύει τις δυνατότητες να μπουν εμπόδια στα χειρότερα που έρχονται, συμβάλλοντας και στην ανασύνταξη και το δυνάμωμα του λαϊκού κινήματος. Επομένως, το σταθερό, αταλάντευτο, ασυμβίβαστο λόγο και πράξη των κομμουνιστών φοβάται η άρχουσα τάξη, γι' αυτό φοβάται τη δύναμη που παίρνει ο λαός με την ισχυροποίηση του ΚΚΕ. Ετσι, χρησιμοποιεί τον αντικομμουνισμό με συκοφαντίες και ψέματα ενάντια στο Κόμμα μας, κινδυνολογεί ενάντια στην αντίθεση στην ΕΕ, πλασάρει τη δήθεν διαμαρτυρία της αποχής, ή τα «σύγχρονα και δημιουργικά» μικρότερα κόμματα. Ο στόχος ένας: Ο,τι και να γίνει, να μην ενισχυθεί ο αντίπαλός τους. Αυτός που τους «χαλάει» πάντοτε την «σούπα».
Η μάχη των ευρωεκλογών είναι άλλη μια ευκαιρία αυτός ο φόβος των αστών να μεγαλώσει. Το ΚΚΕ βλέπει και αυτήν τη μάχη ενταγμένη στην προοπτική του άλλου δρόμου ανάπτυξης, αυτόν του λαού. Μόνο σ' αυτόν μπορεί να μπουν εμπόδια, να υπάρξουν κατακτήσεις. Και, ταυτόχρονα, δένει τις προτάσεις και τους στόχους πάλης για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών στην καθημερινή πράξη με την προοπτική κοινωνικοποίησης των μονοπωλίων, κατάργησης της εξουσίας τους. Δε γίνεται να θέτεις αιτήματα για το λαό χωρίς εναντίωση στα κέρδη, με προτάσεις που καλλιεργούν αυταπάτες για «ανθρωπινότερο» καπιταλισμό. Ο δρόμος αυτός «πατάει» στις ανάγκες και είναι η μοναδική απάντηση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα που βιώνουμε καθημερινά.

Αυτήν την ξεκάθαρη θέση, που βλέπει τα πράγματα με την ταξική τους διάσταση και καλεί τους εργαζόμενους να ζήσουν και να πορευτούν με βάση την ταξική τους θέση, πρέπει οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες να την κάνουμε να πάει ακόμα πιο μακριά. Να μπει σε περισσότερα λαϊκά σπίτια, να «φλογίσει» περισσότερες νεανικές συνειδήσεις, ώστε η πολιτική του κεφαλαίου (με όλους τους πολιτικούς εκφραστές της) να βρει δυσκολίες. Ωστε να ωριμάζουν οι συνθήκες της λαϊκής συμμαχίας που διεκδικεί την εξουσία για να καταργήσει το ίδιο το κεφάλαιο.


Δημήτρης ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

altalt alt alt



Στις 7 του Ιούνη, για κάθε άνθρωπο του μόχθου, η ψήφος που θα πέσει στην κάλπη των ευρωεκλογών πρέπει να είναι κόκκινη. Να είναι ψήφος στο ΚΚΕ. Γιατί;

Επειδή το ΚΚΕ, σε αντίθεση με όλα τα άλλα κόμματα του Ελληνικού Κοινοβουλίου, δεν ψήφισε τη συνθήκη του Μάαστριχτ. Μια συνθήκη που αποτελεί τη θεμέλιο λίθο κάθε αντιδραστικής απόφασης του ευρωενωσιακού κεφαλαίου από το 1992 και έπειτα. Κάθε αντεργατική αντιλαϊκή μεταρρύθμιση στα κράτη - μέλη έχει τη σφραγίδα του Μάαστριχτ. Ακόμα και η Οικονομική και Νομισματική Ενωση, την οποία ο λαός και οι εργαζόμενοι στη χώρα μας την πλήρωσαν διπλά και τρίδιπλα με ιδιωτικοποιήσεις, λιτότητα και άγρια μέτρα, προβλεπόταν από το Μάαστριχ. ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΝ ψήφισαν το Μάαστριχτ και την ΟΝΕ. Στις ευρωεκλογές πρέπει να τιμωρηθούν.

Επειδή το ΚΚΕ δεν είπε ποτέ ψέματα για την ΕΕ. Δεν έκρυψε ποτέ τις θέσεις του ενάντια στο ιμπεριαλιστικό αυτό συνασπισμό του κεφαλαίου. Μιλά για απειθαρχία, ανυπακοή και αποδέσμευση, πλατιά μέσα στο εργατικό λαϊκό κίνημα. Γεγονός που συνέβαλε και συμβάλλει αποφασιστικά στην ισχυροποίηση των αγώνων των εργαζόμενων, της φτωχής και μεσαίας αγροτιάς, των μικρών ΕΒΕ.

Επειδή το ΚΚΕ τη δύναμή του σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο τη χρησιμοποίησε πάντα προς όφελος των εργαζομένων και του λαού. Στο Ευρωκοινοβούλιο δεν υπάρχει ούτε μια αντιδραστική απόφαση που να έχει ψηφιστεί από το ΚΚΕ. Αντίθετα, όλες οι κατευθύνσεις - νόμοι - συνθήκες (Λισαβόνα, χρόνος εργασίας, Σέγκεν κ.ά.), που προωθούν τη στρατηγική του ευρωενωσιακού κεφαλαίου, έχουν τη σφραγίδα της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Πολλές από αυτές (ΟΝΕ, έκθεση Σέρκας κ.ά.) έχουν και την ψήφο ή την ανοχή του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ.

Επειδή ισχυρό ΚΚΕ σημαίνει δυνατό εργατικό και λαϊκό κίνημα. Το ΚΚΕ, στην πάλη που διεξάγει σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, διαμορφώνει στόχους πάλης που απευθύνονται στους εργαζόμενους, στα φτωχά λαϊκά στρώματα. Μαζί τους αντιπαλεύει σήμερα κάθε αντεργατικό μέτρο, με επιθετικά αιτήματα. Γι' αυτό το φοβούνται οι δυνάμεις της αντίδρασης και της συντήρησης στην Ελλάδα και την ΕΕ. Γιατί ξέρουν καλά πως αυξημένη επιρροή του ΚΚΕ σημαίνει δυνατότερο κίνημα, πιο ριζοσπαστικό, πιο πολιτικοποιημένο, που σε μια πορεία αναπόφευκτα θα αμφισβητήσει την οικονομική βάση και την πολιτική που την υπηρετεί σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο ΕΕ.

Επειδή η ψήφος στο ΚΚΕ είναι η μόνη προοδευτική ψήφος. Γιατί πρόοδος δεν είναι να βγαίνει ο εργαζόμενος στη σύνταξη στα 68 και στα 70 χρόνια, όπως θέλει η ΕΕ και οι κυβερνήσεις στα κράτη - μέλη. Πρόοδος δεν είναι να πληρώνει η λαϊκή οικογένεια για την Υγεία, την Πρόνοια και την Παιδεία, να μην μπορεί να ικανοποιήσει στοιχειώδεις ανάγκες, να αυξάνονται τα κέρδη του κεφαλαίου με ρυθμούς αντίστροφους από το λαϊκό εισόδημα. Πρόοδος δεν είναι η εξίσωση του σοσιαλισμού με το ναζισμό. Πρόοδος είναι να απολαμβάνουν οι νέοι και συνολικά οι εργαζόμενοι δουλειά με δικαιώματα, αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν Υγεία και Παιδεία. Πρόοδος είναι το 7ωρο - 5ήμερο - 35ωρο, σύνταξη στα 60 για τους άντρες και στα 55 για τις γυναίκες. Γι' αυτά τα αιτήματα παλεύει το ΚΚΕ. Σ' αυτόν τον αγώνα θα δώσει πολλαπλάσια ώθηση η ενίσχυσή του στις ευρωεκλογές και στις εθνικές εκλογές, όποτε κι αν γίνουν.
alt alt alt alt


Η Γένεση και οι όροι διαμόρφωσης της εργατικής τάξης (14ος - 15ος ΑΙΩΝΑΣ)

Σάββατο, 16 Μαΐου 2009 6:18 μμ

το αρθρο δημοσιευτηκε στην ΚΟΜΕΠ τευχος 2 του 2000




alt

Paul Klee



της Δώρας Μόσχου



Υπάρχει η συνήθεια - τόσο στο επίπεδο της ιστορίας που διδάσκεται στη Μέση κυρίως Εκπαίδευση (και που, εν μέρει, συντελεί στη διαμόρφωση απόψεων για το ιστορικό γίγνεσθαι στο μη «ειδικό» κοινό), όσο και στο επίπεδο μιας ευρύτερης, πιο «λαϊκής», θα τολμούσαμε να πούμε, αντίληψης για την ιστορία - να θεωρείται η εποχή της Αναγέννησης (14ος - 15ος αιώνας) σαν μια από τις ευτυχέστερες στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η αναδημιουργία ή η τόνωση των δραστηριοτήτων των πόλεων, η αναζωογόνηση της οικονομίας με την άνθιση του εμπορίου και της βιοτεχνίας, η συνακόλουθη άνθιση των γραμμάτων και των τεχνών, ένας πολύχρωμος νέος κόσμος που γεννιέται μέσα από το ζόφο του Μεσαίωνα και που επανα-ανακαλύπτει τις χαρές της ζωής, όλα αυτά είναι στοιχεία που συναρτώνται στο νου οποιουδήποτε μελετητή της ιστορίας με τον όρο Αναγέννηση. Και, βέβαια, κανείς δε μπορεί να ισχυριστεί ότι τα στοιχεία αυτά δεν περιγράφουν μια πραγματικότητα της εποχής. Για να είμαστε όμως ακριβέστεροι: μια από τις πραγματικότητες και όχι την πραγματικότητα. Και τούτο γιατί όλα αυτά τα αναγεννητικά στοιχεία συνδέονται με την έντονη παρουσία στο ιστορικό προσκήνιο της διαμορφούμενης και ανερχόμενης την εποχή εκείνη αστικής τάξης. Δεν είναι όμως σε θέση να περιγράψουν τους όρους γέννησης, διαμόρφωσης και εξέλιξης (και, πολύ λιγότερο, τις συνθήκες ζωής) της ιστορικά αντίπαλης τάξης των αστών, της εργατικής τάξης, που γεννιέται μαζί τους.

Δεν είναι εξίσου φωτεινή η εικόνα των φύτρων της εργατικής τάξης εκείνη την εποχή. Αφού αναφερθήκαμε στην Αναγέννηση, ας μας επιτραπεί η χρήση ενός παραδείγματος από το χώρο των εικαστικών τεχνών. Η ζωή των αστών μπορεί θαυμάσια να αποδοθεί με τα χρώματα του Ραφαήλ. Η ζωή όμως των λαϊκών στρωμάτων, των μη κατεχόντων μέσα παραγωγής, αποδίδεται πολύ καλύτερα με τα ζοφερά χρώματα του μεταγενέστερου οπωσδήποτε Τιτσιάνο.

Θα ρωτήσει βέβαια κανείς: Κατά πόσο μπορούμε να μιλάμε για εργατική τάξη, κατά την περίοδο της Αναγέννησης; Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, θα πρέπει πρώτα να τεθεί κάποιο άλλο: κατά πόσον, σε αυτή την περίοδο, αναπτύσσονται καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Οπωσδήποτε, η ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, συνδέεται με την έξοχα περιγεγραμμένη από το Μαρξ διαδικασία της «πρωταρχικής συσσώρευσης» η οποία, στην κλασική της μορφή, έλαβε χώρα στην Αγγλία, με αφετηρία το τέλος του 15ου αιώνα και που ολοκληρώθηκε μόλις το 18ο. Εμείς θα ασχοληθούμε όμως με μια εποχή προγενέστερη: θα εξετάσουμε την περίπτωση της πρώιμης ανάπτυξης καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στις ιταλικές πόλεις κατά τον όψιμο Μεσαίωνα (ή, κατ' άλλους, την πρώιμη Αναγέννηση). Η επιλογή μας οφείλεται στο ότι πρόκειται για μια πολύ πρώιμη εκδήλωση της μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό και για μια αντίστοιχα πρώιμη διαμόρφωση των φύτρων της εργατικής τάξης. Βεβαίως, το θέμα της μετάβασης δεν εξαντλείται στις ιταλικές πόλεις, ενώ θεωρούμε ότι είναι ακόμη ελλειμματικές οι ιστορικές αναφορές στις αντίστοιχες διαδικασίες που σημειώθηκαν στον ελλαδικό χώρο - είτε όσον αφορά το χρόνο στον οποίο αυτές συνέβησαν είτε ακόμα και τους τρόπους. Επιφυλασσόμεθα δε, να κάνουμε μια πρώτη απόπειρα προσέγγισης του ζητήματος σε κάποιο επόμενο άρθρο μας.


Ι. Η ΓΕΝΕΣΗ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΩΙΜΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ


Ο αιώνας της επικράτησης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής είναι κατ' εξοχήν ο 16ος. Ωστόσο, δεδομένης της ανάπτυξης στοιχείων του, από το 14ο ακόμη αιώνα, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε αν όχι για εργατική τάξη, πάντως για τον πρόδρομό της. Αυτός ο πρόδρομος του προλεταριάτου είναι μια κοινωνική ομάδα, με υπό διαμόρφωση ακόμη ταξικά χαρακτηριστικά, που αποτελεί ένα από τα προϊόντα της αποσύνθεσης του φεουδαρχικού συστήματος. Τα κοινά στοιχεία που χαρακτηρίζουν αυτούς που την απαρτίζουν είναι δύο: η προσωπική ελευθερία (με την έννοια της μη εξάρτησης από τη γη, κάτι που συμβαίνει στην κλασική δουλοπαροικία) και η απόλυτη έλλειψη μέσων παραγωγής που τους ωθεί στο να μισθώνουν την εργατική τους δύναμη.

Η διαδικασία της «αποφεουδαρχοποίησης» των κοινωνιών της Δυτικής Ευρώπης, ξεκίνησε αρκετά πρώιμα στην Ιταλία, (14ος αιώνας) έναν αιώνα περίπου νωρίτερα σε σχέση με τις άλλες χώρες και, μάλιστα, στο Βορρά και στο κέντρο της ιταλικής «μπότας», ενώ υπάρχουν εκδηλώσεις της από το 13ο αιώνα ακόμη. Οι λόγοι είναι πολλοί. Εάν θεωρήσουμε εξ αρχής ότι η ύπαρξη και ανάπτυξη των πόλεων έπαιξε πολύ σοβαρό ρόλο στη διαδικασία αυτή (για λόγους που θα εξηγήσουμε παρακάτω), θα πρέπει να εξετάσουμε ορισμένες πλευρές της ιστορίας των ιταλικών πόλεων. Αυτά τα αστικά μορφώματα, σύμφωνα με πολλούς ιστορικούς, (αλλά και με το Μαρξ) αποτελούν επιβιώσεις της ρωμαϊκής παράδοσης, που δεν υπήρχε ή τουλάχιστον δεν ήταν τόσο έντονη στις υπόλοιπες περιοχές της Ευρώπης που η είσοδός τους στο ιστορικό προσκήνιο συνδέεται με τη ρωμαϊκή κατάκτηση. Από την άλλη, η έλλειψη πραγματικά μεγάλων εκτάσεων προς καλλιέργεια και διανομή έσπρωξε, μερικές τουλάχιστον από τις πόλεις αυτές, στην πρώιμη αναζήτηση ευμάρειας (αν όχι και επιβίωσης) στους θαλασσινούς εμπορικούς δρόμους.

Η περίπτωση της Βενετίας είναι, ίσως, η χαρακτηριστικότερη: Η πόλη οικοδομήθηκε σε μια περιοχή στην οποία κανείς εχέφρων άνθρωπος των μέσων χρόνων δε θα θεωρούσε κατάλληλη προς εγκατάσταση, πάνω σε μερικά λασπώδη νησιά της λιμνοθάλασσάς της. Πρόθεση των πρώτων κατοίκων της ήταν βέβαια η σωτηρία τους από τους βαρβάρους που φοβούνταν ή δεν είχαν τα μέσα να διανύσουν τις υδάτινες εκτάσεις. Η ίδια όμως η φύση τους επέβαλε από κει και πέρα συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες, ώστε να μπορέσουν να επιβιώσουν και αυτές δεν ήταν άλλες από το θαλασσινό εμπόριο. Αντίστοιχη όμως είναι και η περίπτωση του Μιλάνου, που άκμασε στο κέντρο της ελώδους και ανθυγιεινής λομβαρδικής πεδιάδας και όλων των άλλων ιταλικών πόλεων του Βορρά.

Ο όψιμος μεσαίωνας χαρακτηρίζεται από μια διαρκή πάλη ανάμεσα στην πόλη και στην ύπαιθρο. Η ύπαιθρος αναπαράγει (σε περιπτώσεις μάλιστα άλλων χωρών, όπως η Γαλλία, ολοκληρώνει) τις προϋπάρχουσες φεουδαρχικές σχέσεις παραγωγής. Αντίθετα, η πόλη συντελεί στη διαδικασία της αποσύνθεσής τους, αφού οι κάτοικοί της είναι νομικά και τυπικά ελεύθεροι, δε συμμετέχουν στην καστική - φεουδαρχική διάρθρωση της υπαίθρου και, επί πλέον, ασκούν, τουλάχιστον στην Ιταλία (αλλά και στη Γερμανία, όπως θα δούμε παρακάτω) και για τους λόγους που προαναφέραμε, τις βασικές αστικές δραστηριότητες, δηλαδή το εμπόριο και τη βιοτεχνία.

Η ολοένα αυξανόμενη οικονομική ισχύς των πόλεων, μέσα από τη μετάβαση από τον ένα τρόπο παραγωγής στον άλλο (που την προϋποθέτει αλλά και τη συνεπάγεται) οδήγησε νομοτελειακά και στην πολιτική τους ισχυροποίηση. Αυτό σημαίνει ότι ήδη από τα μέσα του 13ου αιώνα ορισμένες πόλεις είναι σε θέση να επιβάλλουν, με πολιτικά μέσα, τους δικούς τους όρους στο φεουδαρχικό περίγυρο, όσον αφορά τουλάχιστον τις οικονομικές του λειτουργίες. Σε αυτή την κατεύθυνση, μια σειρά πόλεις του ιταλικού Βορρά εξαναγκάζουν τους φεουδάρχες της υπαίθρου που τις περιβάλλει να «απελευθερώσουν» τους δουλοπάροικους. Η πρώτη πόλη που «απελευθερώνει» με διάταγμα τους δουλοπάροικους της γύρω περιοχής είναι η Bologna, (1257) και ακολουθεί η Φλωρεντία, που κατά τον ίδιο τρόπο «απελευθερώνει» μια ευρύτερη περιοχή της Τοσκάνης. «Απελευθέρωση» σημαίνει αποδέσμευση των χωρικών από τη γη που καλλιεργούν χωρίς όμως συνακόλουθη παραχώρηση σε αυτούς μέσων παραγωγής. Μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η απελευθέρωση τους στερεί ακριβώς τη δυνατότητα να κατέχουν μέσα παραγωγής, ακόμα και σαν οιονεί ιδιοκτήτες, ακόμα δηλαδή και σαν δουλοπάροικοι ή ενοικιαστές αγροτικών κτημάτων. Πρακτικά λοιπόν, το μόνο που απελευθερώνεται είναι η δυνατότητα του φεουδάρχη να τους εκδιώξει από τη γη που καλλιεργούν. Οι πόλεις (η αστική τάξη δηλαδή που βρίσκεται σε στάδιο διαμόρφωσης) κερδίζουν δύο πράγματα: το ένα είναι τα φτηνά αγροτικά προϊόντα, αφού ανάμεσα στον καλλιεργητή και στο μεταπράτη δεν παρεμβάλλεται πλέον ο φεουδάρχης. Το άλλο είναι η ύπαρξη ενός εργατικού δυναμικού που εισρέει διαρκώς σε αυτές, με μικρότερη ειδίκευση από εκείνο που προέρχεται από τις συντεχνίες (και στο οποίο θα αναφερθούμε παρακάτω), αλλά πάντως ευάριθμο και πρόθυμο για οποιαδήποτε εργασία. Συμπερασματικά, η απελευθέρωση του δουλοπάροικου από τη δέσμευσή του από τη γη είχε διττό αποτέλεσμα, τόσο στη ζωή των πόλεων όσο και στη ζωή της υπαίθρου.

Οσον αφορά την ύπαιθρο (που, εν τω προκειμένω δεν μας ενδιαφέρει στον ίδιο βαθμό): ο καλλιεργητής έχανε την ισόβια πρόσδεσή του στο κτήμα και μετέπιπτε στην κατάσταση του ενοικιαστή - καλλιεργητή (mezzatria), που - πρακτικά - διέφερε από την προηγούμενη κατάσταση του δουλοπάροικου μόνον όσον αφορά τη δυνατότητα του χωροδεσπότη να τον εκδιώξει. Οσον αφορά τις πόλεις, ο τέως δουλοπάροικος δεν κατέχει κανένα μέσο παραγωγής στα χέρια του, παρά μόνο αυτά τα ίδια τα χέρια που είναι και το μόνο αντικείμενο προς πώληση που διαθέτει. Οι τέως χωρικοί μπαίνουν στις πόλεις και αποτελούν πλέον το πρόπλασμα του εργατικού δυναμικού που θα χρησιμοποιηθεί στα εργαστήρια, στα υφαντουργεία, στα ναυπηγεία των αστών.

Αυτό είναι το αγροτικής προέλευσης τμήμα του προδρόμου της εργατικής τάξης. Υπάρχει όμως και ένα τμήμα του «αστικής» (με την τοπογραφική έννοια του όρου) προέλευσης. Η μεσαιωνική πόλη, ως συστατικό στοιχείο του φεουδαρχικού συστήματος, εμπεριέχει στις λειτουργίες της μια οικονομική δραστηριότητα παραπληρωματική ως προς την κύρια - αγροτική της φεουδαρχίας: τη βιοτεχνία, οργανωμένη με τη μορφή της συντεχνίας. Αν η φεουδαρχία στην ύπαιθρο εμφανίζει τη μορφή μιας πυραμιδωτής δομής, που κάθε στοιχείο της συνδέεται με τα άλλα και εξαρτάται από αυτά κατά τρόπο απόλυτης ιεράρχησης, οικονομικής και κοινωνικής, κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τις συντεχνίες στις πόλεις. Οι συντεχνίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως η «αστική» εκδήλωση του συστήματος. Η αποσύνθεση του συστήματος λοιπόν δε σημαίνει μόνο την κατάργηση των φεουδαρχικών σχέσεων παραγωγής στην ύπαιθρο, αλλά και τη διάλυση των δεσμεύσεων για τα μέλη των συντεχνιών στις πόλεις. Αυτή η διάλυση επέρχεται με την ισχυρή παρέμβαση του ολοένα αναπτυσσόμενου εμπορίου. Το εμπόριο αποτελεί δραστηριότητα που, άλλωστε, προηγείται του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Την εποχή στην οποία αναφερόμαστε, το εμπορικό κεφάλαιο διεισδύει στη σφαίρα της παραγωγής, εξαρτώντας άμεσα από τις δραστηριότητές του το μικρό βιοτέχνη. Συνήθως ο έμπορος λειτουργεί ως προαγοραστής του εμπορεύματος που του παραδίδει έτοιμο ο μικροβιοτέχνης, τον οποίο πρώτα έχει εφοδιάσει με πρώτες ύλες και, κάποτε, και με εργαλεία. Αυτό το είδος της πίστωσης έχει ως αποτέλεσμα την εξάρτηση του βιοτέχνη από τον προαγοραστή των εμπορευμάτων που ο ίδιος έχει παραγάγει, ώστε προοδευτικά, να εκπέσει στην κατάσταση του μισθωτού εργάτη. Αλλά και οι ευπορότεροι βιοτέχνες χορηγούν πρώτες ύλες ή μισοτελειωμένα προϊόντα στους πιο ανίσχυρους οικονομικά και παίρνουν από αυτούς προϊόντα έτοιμα, εξαρτώντας τους έτσι ώστε η κατάστασή τους να μη διαφέρει επίσης από την κατάσταση του μισθωτού εργάτη. Με τον ίδιο τρόπο εκπίπτουν προοδευτικά και τα κατώτερης θέσης μέλη των συντεχνιών (μαθητευόμενοι και καλφάδες) που, ακριβώς λόγω των ισχυρών δεσμεύσεων που τους επιβάλλουν οι συντεχνιακοί κανόνες δεν μπορούν να περάσουν στη θέση του μάστορα.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία, αλλάζει και η οργάνωση της παραγωγής και η συντεχνιακή της μορφή αντικαθίσταται, προοδευτικά, από τη μανιφακτούρα, πρωταρχική μορφή της καπιταλιστικής παραγωγής. Η μανιφακτούρα προέρχεται από δύο δρόμους: είτε, στο ίδιο εργαστήρι και κάτω από τον ίδιο κεφαλαιοκράτη, ενώνονται εργάτες διαφορετικών χειρωνακτικών επαγγελμάτων που από τα χέρια τους πρέπει να περάσει διαδοχικά ένα προϊόν, μέχρι την ολοκλήρωσή του, είτε αντίθετα, πολλοί εργάτες που κάνουν την ίδια ή και παρόμοια δουλειά απασχολούνται ταυτόχρονα στον ίδιο χώρο και από το ίδιο κεφάλαιο. Στη γένεση της μανιφακτούρας συντελεί τα μέγιστα τόσο η εμβάθυνση του καταμερισμού της εργασίας όσο και η βελτίωση της τεχνικής και των μέσων παραγωγής.

Το εμπόριο της εποχής είναι βεβαίως εμπόριο ειδών πρώτης ανάγκης αλλά και ειδών πολυτελείας: μπαχαρικά από τις χώρες της Ανατολής, πολύτιμα υφάσματα, πολύτιμα μέταλλα. «Στου Ριάλτο το παζάρι, σκατζάρουνε με μάλαμα σπειρί - σπειρί μπαχάρι» γράφει ο Νίκος Καββαδίας, σε μια του αποστροφή - ποιητική συμπύκνωση των διαδικασιών που γέννησαν τον καπιταλισμό. Δεδομένης ωστόσο της πολύ χαμηλής παραγωγικότητας της γεωργίας, υπάρχει, αναγκαστικά, η απαίτηση για εισαγωγή δημητριακών ώστε να εξασφαλιστεί η διατροφή των κατοίκων των πόλεων. Για να κατανοήσουμε τη σημασία του εμπορίου των δημητριακών, αρκεί να πούμε ότι σε κάθε 7 ή 8 άμεσους παραγωγούς σιταριού αντιστοιχούσαν 10 καταναλωτές. Η ανάπτυξη των θαλάσσιων συγκοινωνιών (που βοηθούσε, μεταξύ άλλων και στην απρόσκοπτη μεταφορά σιταριού) συντελούσε ώστε να απελευθερωθούν από την ενασχόληση με τη γεωργία, όλο και περισσότεροι άμεσοι παραγωγοί (να μην ξεχνάμε ωστόσο τι ακριβώς σημαίνει ο όρος «απελευθέρωση»), συντελώντας ταυτόχρονα και στις διαδικασίες της μετάβασης. Η περίπτωση της Βενετίας, ως προς το εμπόριο των προϊόντων πρώτης ανάγκης (διατροφής) είναι για μια ακόμη φορά χαρακτηριστική (αν και λίγο ιδιάζουσα). Το απαγορευτικό για οποιαδήποτε καλλιέργεια «έδαφος» της πόλης και της γύρω περιοχής έσπρωξε κατ' αρχήν τους κατοίκους της στο θαλασσινό εμπόριο. Το θαλασσινό εμπόριο όμως, με την ανάπτυξή του, βοήθησε την πόλη να τρέφει τον πληθυσμό της, χωρίς άμεση ανάγκη να καταφύγει σε καλλιέργειες, ενισχύοντας έτσι παραπέρα τον «αστικό» χαρακτήρα της οικονομίας της. Είναι δε αρκετά χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η στροφή προς την καλλιέργεια της γης στη βενετική ενδοχώρα (και η ραγδαία επιδείνωση των συνθηκών ζωής των χωρικών κατοίκων της) συναρτάται άμεσα με την απώλεια της βενετικής ανατολής και την αναδίπλωση της καπιταλιστικής εξέλιξης στην ίδια την πόλη.

Αλλά και τα προϊόντα της βιοτεχνίας της εποχής είναι προϊόντα πολυτελείας που προορίζονται όχι για την ευρεία λαϊκή κατανάλωση, αλλά κυρίως για την κατανάλωση των ευπορότερων στρωμάτων της κοινωνίας. Ανάμεσά τους επιφανή θέση κατέχουν τα υφάσματα, μάλλινα και μεταξωτά. Η υφαντουργία είναι ένας από τους πρώτους και βασικούς κλάδους που αναπτύχθηκαν κατά την πρώιμη περίοδο της ανάπτυξης του καπιταλισμού και εδώ εμφανίζεται ήδη αρκετά βαθύς ο καταμερισμός της εργασίας ανάμεσα σε τεχνίτες διαφορετικών ειδικοτήτων.

Ενας άλλος, βασικότατος κλάδος που αναπτύσσεται την ίδια περίοδο, ιδιαίτερα στις δύο ναυτικές δημοκρατίες του ιταλικού Βορρά, τη Βενετία και τη Γένοβα, είναι εκείνος ο οποίος αποτελεί και προϋπόθεση για τη συνέχιση του εμπορίου: τα ναυπηγεία. Μπορούμε να θεωρήσουμε ως βασικό στοιχείο της διαδικασίας της μετάβασης, που προοιωνίζεται τη γέννηση του καπιταλισμού, το ότι αποκτά ιδιαίτερη σπουδαιότητα ο κλάδος αυτός που δεν ασχολείται με την παραγωγή καταναλωτικών εμπορευμάτων, αλλά των ίδιων των μέσων παραγωγής, σε αυτή δηλαδή την περίπτωση, των πλοίων. Ο αριθμός των εργαζομένων στα ναυπηγεία είναι σημαντικά μεγάλος και, μάλιστα, στην περίπτωση της Βενετίας, οι περίφημοι «arsenalotti», οι εργάτες των ναυπηγείων, χρησιμοποιούνται από τους δόγηδες ως «δύναμη κρούσης» εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων. Κάθε δόγης πλαισιώνεται από μια άτυπη φρουρά εργατών ναυπηγείων (χωρίς, ωστόσο, το γεγονός αυτό να έχει κάποια πρακτική σημασία για την ποιότητα των συνθηκών ζωής των arsenalotti). Βεβαίως, ως τρίτος σημαντικότατος κλάδος (ουσιαστικά μάλιστα σχετιζόμενος με τον κλάδο της ναυπηγικής) είναι εκείνος της ναυτιλίας. Σημαντικό επίσης ρόλο παίζουν οι εργάτες των ορυχείων, ενώ έχει ήδη αρχίσει να διαφαίνεται μια τάση αριθμητικής ανάπτυξης των εργαζομένων στον τομέα των υπηρεσιών: δεν είναι λίγα τα ευγενή - ή και πλούσια αστικά - νοικοκυριά, που χρησιμοποιούν την εργασία υπηρετών.


ΙΙ. ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΞΕΓΕΡΣΕΙΣ


Ποιές είναι τώρα οι συνθήκες ζωής και δουλειάς αυτού του προπλάσματος της εργατικής τάξης; Οι αρχειακές μαρτυρίες είναι πολλές, γλαφυρές και ενδιαφέρουσες. Είναι χαρακτηριστικό ότι, κάτω από ομαλές συνθήκες (δηλαδή όχι σε περίοδο επιδημίας ή λιμού, φαινομένων εξ άλλου αρκετά συχνών στην όψιμη μεσαιωνική και αναγεννησιακή Ευρώπη) ο φτωχότερος πληθυσμός των πόλεων ξόδευε γύρω στο 60 με 80% των εισοδημάτων του για διατροφή, χωρίς ωστόσο η τροφή του να είναι ούτε πλούσια ούτε καν επαρκής και θρεπτική. Ελάχιστα από τα έσοδα αρκούσαν για την ένδυση. Μετά από κάθε επιδημία, βασική μέριμνα των γιατρών των νοσοκομείων ήταν να αποδοθούν τα ρούχα των νεκρών στους νόμιμους κληρονόμους για να μην κλαπούν από ανθρώπους που περίμεναν τους ασθενείς να πεθάνουν γι` αυτόν ακριβώς το λόγο.

Αφαιρώντας τα χρήματα που απαιτούνταν για τη διατροφή και την ένδυση, είναι πολύ λίγα αυτά που έμεναν για το νοίκι και για τη θέρμανση. Τα παραδείγματα που θα αναφέρουμε, είναι μεταγενέστερα, αλλά οπωσδήποτε δεν απέχουν, τηρουμένων των αναλογιών, από την πραγματικότητα του 14ου και 15ου αιώνα. Στη Βενετία το 17ο αιώνα, το νοίκι για ένα ή δύο άθλια δωμάτια ξεπερνούσε το 12% του μισθού του ειδικευμένου εργάτη. Στο Μιλάνο, μια απογραφή του 16ου αιώνα που σχετιζόταν με την εξάπλωση της πανώλους κατέγραψε 1.563 μολυσμένα σπίτια στις φτωχογειτονιές της πόλης. Τα σπίτια αυτά είχαν 8.956 δωμάτια και στέγαζαν 4.066 οικογένειες, πράγμα που σημαίνει ότι σε κάθε οικογένεια αντιστοιχούσαν δύο δωμάτια.

Ενα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο που αφορά, μεταξύ άλλων, και τις συνθήκες ζωής των οικογενειών των μισθωτών εργατών, είναι και το γεγονός ότι ήδη από πολύ νωρίς εμφανίζεται αρκετά διαδεδομένη η γυναικεία εργασία, κυρίως σε κλωστήρια και πλεκτήρια. Στις αρχές του 17ου αιώνα, οι γυναίκες που δούλευαν στα πλεκτήρια της Φλωρεντίας αποτελούσαν το 62% της εργατικής δύναμης, ποσοστό που ανέβηκε στο 83%, προς τα μέσα του αιώνα. Οι γυναίκες όμως - και μάλιστα σε πολύ πρώιμες περιόδους - απασχολούνταν και σε θεωρούμενα ανδρικά επαγγέλματα, για παράδειγμα σε εργαστήρια μεταλλουργίας, όπου, αξιοποιώντας την οικιακή τους πείρα, άναβαν μικρούς φούρνους. Στη Βενετία, οι γυναίκες δούλευαν στα ναυπηγεία, όπου έραβαν τα πανιά των πλοίων. Σημαντική ήταν και η παρουσία των γυναικών στον τομέα των υπηρεσιών, ενώ πολλές γυναίκες ασχολούνταν με το σαφώς γυναικείο επάγγελμα της τροφού.

Είναι φυσικό, κάτω από αυτές τις συνθήκες διαβίωσης και με τους εξαιρετικά χαμηλούς μισθούς, ο πρόδρομος της εργατικής τάξης να μαστίζεται διαρκώς από λιμούς και λοιμούς και να είναι το πιο ευάλωτο τμήμα του αστικού πληθυσμού σε αυτά τα πολύ συχνά για την εποχή φαινόμενα. Βεβαίως, τα ίδια προβλήματα αντιμετώπιζαν και οι πληθυσμοί των καλλιεργητών της υπαίθρου που, όμως, βρίσκονται έξω από τα ενδιαφέροντα του παρόντος άρθρου. Είναι δε αρκετά χαρακτηριστικό το γεγονός ότι κατά το 14ο και 15ο αιώνα (αλλά και κατά τους μεταγενέστερους) η ελεημοσύνη αποτελούσε βασικό στοιχείο του προνοιακού συστήματος είτε σε ιδιωτικό είτε σε δημόσιο επίπεδο.

Σε αυτού του είδους τις άθλιες συνθήκες ζωής θα πρέπει να προσθέσουμε και τις νομικού και αστυνομικού χαρακτήρα δεσμεύσεις που καταδυνάστευαν τη ζωή των μισθωτών, ώστε να τους προσδέσουν στο επάγγελμά τους. Αν και τα αντίστοιχα παραδείγματα είναι πολύ πιο έντονα και πιο άγρια στην περίπτωση της Αγγλίας (στην οποία θα αναφερθούμε παρακάτω), δεν είναι λίγες οι αντίστοιχες περιπτώσεις και στην Ιταλία: η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας απαγόρευε με νόμο στους εργάτες των ναυπηγείων να εγκαταλείψουν τη δουλειά τους αλλά και την πόλη τους.

Προερχόμενο από δύο διαφορετικές ταξικές πηγές, ακόμα ολιγάριθμο ώστε να χαρακτηρίσει το σύστημα (μόλις το 18ο αιώνα ανάγεται περίπου στο 25 με 30% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, κοινωνιών ακόμα έντονα αγροτικών και φεουδαρχικών) το στρώμα αυτό, από το οποίο σχηματίστηκε το προλεταριάτο, είναι εντελώς φυσικό να μην έχει ακόμα καμμία ξεκάθαρη συνείδηση της ταξικής του θέσης (που και η ίδια εξ άλλου δεν είναι ξεκάθαρη), παρά μόνο μια έντονα επώδυνη συναίσθηση της δυστυχίας του. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι οι πρώτες εξεγέρσεις μισθωτών εργατών έγιναν πολύ πρώιμα, το 14ο μόλις αιώνα, και μάλιστα σε μια ευημερούσα πόλη. Στη Φλωρεντία του Δάντη, όπου η «Κόλαση» δε βρισκόταν μόνο στο ευφάνταστο κεφάλι του πατριάρχη της Ιταλικής Λογοτεχνίας, αλλά κυρίως στα σπίτια και στα εργαστήρια που ζούσαν οι ξάντες του μαλλιού, οι επιλεγόμενοι «ciompi», λέξη που παρέμεινε στην ιταλική γλώσσα για να χαρακτηρίζει τον πληβείο.

Βεβαίως, ο 14ος αιώνας δε μπορεί να είναι εποχή εργατικών εξεγέρσεων. Ωστόσο, πρόκειται για αιώνα μετάβασης και αυτή τουλάχιστον η μετάβαση χαρακτηρίζεται από δύο βασικά στοιχεία: το ένα είναι η ένταση των επιπτώσεων του απερχόμενου κοινωνικού συστήματος πάνω στους άμεσους παραγωγούς (εννοούμε την επιδείνωση της ζωής των καλλιεργητών της γης) και το δεύτερο η διαμόρφωση, έστω και εν σπέρματι, των νέων αντιθέσεων, με τις δυσαρέσκειες και τις δυσκολίες που αυτή συνεπάγεται για τη νεοδιαμορφούμενη καταπιεζόμενη τάξη. Ετσι, ο αιώνας αυτός ξεκινά με μια εκτεταμένη αγροτική εξέγερση που συγκλόνισε τη Βόρεια Ιταλία από το 1304 μέχρι το 1307 και που μας είναι γνωστή όχι μόνο από ιστορικές αλλά και από φιλολογικές πηγές. Πρόκειται για την εξέγερση του περίφημου «αδελφού Ντολτσίνο», μια εξέγερση με θρησκευτικό και δογματικό ένδυμα που όμως είχε σαφή αντιφεουδαρχικά χαρακτηριστικά και κηρύγματα. Η εξέγερση τελείωσε με τη συντριβή των εξεγερμένων, το χαρακτηρισμό του Ντολτσίνο ως αιρεσιάρχη και της γυναίκας του Μαργαρίτας ως μάγισσας, το βασανισμό τους και το θάνατό τους στην πυρά.

Μισό αιώνα αργότερα από την εξέγερση του αδελφού Ντολτσίνο, η ταξική πάλη αρχίζει να εγκαταλείπει την ύπαιθρο και να μπαίνει στην πόλη. Το 1343 έγινε το πρώτο ίσως εργατικό συλλαλητήριο της ιστορίας: οι ξάντες της Φλωρεντίας απαίτησαν την κατάργηση των φόρων και ζήτησαν το «θάνατο των καλοθρεμμένων αστών», εννοώντας τους εμπόρους και τους τραπεζίτες. Το 1345 ιδρύεται και ένας πρόδρομος των εργατικών συνδικάτων, επίσης από έναν ξάντη, τον Τσούτο Μπραντίνι: επρόκειτο για μια οργάνωση ξαντών και βαφέων. Ο ιδρυτής της όμως συνελήφθη και εκτελέστηκε, κάτι που προκάλεσε την αυθόρμητη απεργία των ξαντών.

Οι επόμενες σημαντικές εξεγέρσεις έγιναν τριάντα χρόνια αργότερα, το 1371, στην Perugia πρώτα και μετά στη Siena. Για μια ακόμη φορά πρωτοστάτησαν οι ξάντες. Μάλιστα στη Siena οι ξάντες κατόρθωσαν, μετά την πολιορκία της έδρας της «Signoria» να σχηματίσουν κυβέρνηση που χαρακτηρίστηκε ως κυβέρνηση του «λιπόσαρκου λαού», δηλαδή των μισθωτών εργατών, στην οποία συμμετείχαν και αρκετοί μικροί βιοτέχνες που, ωστόσο, κατείχαν μέσα παραγωγής.

Εντελώς φυσικά για τα δεδομένα της εποχής, η εξέγερση συνετρίβη από τα στρατεύματα των αστών, που δέχτηκαν και ισχυρή φεουδαρχική βοήθεια. Ενα σημαντικό στοιχείο που μπορούμε να δούμε στην εξέλιξή της (και που προδιέγραψε τις μελλοντικές ταξικές διαφοροποιήσεις μέσα στην ίδια τη μάζα των φτωχών κατοίκων των πόλεων) είναι το ότι οι μικροί βιοτέχνες που κατείχαν μέσα παραγωγής εγκατέλειψαν αρκετά σύντομα την εξέγερση.

Η σημαντικότερη ωστόσο από τις πρώιμες αυτές εξεγέρσεις των μισθωτών εργατών εκτυλίχθηκε στη Φλωρεντία, το 1378 και είναι, και αυτή, γνωστή, ως η «εξέγερση των ciompi». Η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των ξαντών, ως αποτέλεσμα ενός από τους πολυάριθμους εσωτερικούς πολέμους που σπάραζαν την ιταλική χερσόνησο (αυτή τη φορά ενός πολέμου της Φλωρεντίας εναντίον του Πάπα) υπήρξε η αφορμή. Οι εξεγερμένοι κατόρθωσαν να συγκροτήσουν δική τους κυβέρνηση και να οργανωθούν σε δική τους συντεχνία. Το γεγονός όμως ότι τα εργαστήρια παρέμειναν στα χέρια των αστών, υπονόμευσε την εξέγερση, δεδομένου ότι οι ιδιοκτήτες τους τα έκλεισαν, με αποτέλεσμα να παρατηρηθεί σοβαρή έλλειψη αγαθών στην πόλη. Αλλά και οι πολιτικές πρωτοβουλίες των μισθωτών ξαντών τρόμαξαν (όπως και στην προηγούμενη περίπτωση της Siena) τους μικροϊδιοκτήτες βιοτέχνες και εμπόρους, που αποχώρησαν από αυτήν την άτυπη «συμμαχία».

Τελικά, και αυτή η εξέγερση συνετρίβη, μετά από δύο μήνες επικράτησής της από συνασπισμένα μισθοφορικά και φεουδαρχικά στρατεύματα, ενώ οι ηγέτες της εκτελέστηκαν.


ΙΙΙ. Η ΑΝΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΤΩΝ ΙΤΑΛΙΚΩΝ ΠΟΛΕΩΝ. ΑΛΛΕΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ


Οι ιταλικές πόλεις του όψιμου Μεσαίωνα δεν είναι παρά πρώιμες καπιταλιστικές νησίδες, μέσα σ' ένα φεουδαρχικό περιβάλλον. Επιπλέον, ο πολιτικός κατακερματισμός της Ιταλίας, οι διαρκείς πολεμικές διαμάχες ανάμεσα στις πόλεις, η αναγκαστική αναδίπλωση των Βενετών από την Ανατολή (που οι ίδιοι είχαν εκτιμήσει ως φυσικό τους χώρο οικονομικής και εμπορικής εξάπλωσης), η μεταφορά του κέντρου βάρους της οικονομικής ζωής της Ευρώπης στον Ατλαντικό Ωκεανό, με την ανακάλυψη των νέων χωρών, όλα αυτά τα λίγο - πολύ γνωστά στοιχεία, συντελούν στο να ανακοπεί η πορεία καπιταλιστικής ανάπτυξης της χερσονήσου.

Ανάλογη - αν και όχι με την ίδια ένταση ούτε με την ίδια ιστορική σημασία - είναι η περίπτωση των γερμανικών πόλεων, στην οποία θα επιχειρήσουμε μια επιγραμματική αναφορά. Και σε αυτήν όμως την περίπτωση, η έλλειψη ενιαίου κράτους και αντίστοιχης ενιαίας εσωτερικής αγοράς, συνετέλεσε στην καθυστέρηση της ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Στη Γερμανία ωστόσο εμφανίζεται και μια άλλη ιδιαιτερότητα, όσον αφορά τη διαμόρφωση της εργατικής τάξης. Αυτή σχετίζεται με την ύπαρξη πλούσιων μεταλλευμάτων αργύρου, μολύβδου, χαλκού και χρυσού στη χώρα. Τα ορυχεία αυτά ανήκαν στους ηγεμόνες και στους αυτοκράτορες και αποτελούσαν τμήματα των κλήρων που εκχωρούσαν σε χωρικούς. Οι χωρικοί αυτοί εξόρυσσαν και εκμεταλλεύονταν οι ίδιοι το μετάλλευμα που υπήρχε στους κλήρους τους. Οταν όμως οι αυτοκράτορες άρχισαν να έχουν ανάγκη χρημάτων, υποθήκευσαν τα μεταλλεία σε μεγάλες εμπορικές - τοκογλυφικές εταιρείες, με αποτέλεσμα οι παλιοί αγρότες - μεταλλωρύχοι να εκπέσουν στη θέση του μισθωτού εργάτη. Οι άθλιες συνθήκες ζωής και δουλειάς τους οδήγησαν σε μια πρώιμη εξέγερση, το 15ο αιώνα, στη Σαξωνία και στη Θουριγγία, με την οποία μάλιστα πέτυχαν την αύξηση των ημερομισθίων τους.

Η Γαλλία της Αναγέννησης, αντίθετα, βρίσκεται ακόμα σε στάδιο ολοκλήρωσης του φεουδαρχικού συστήματος. Η ταξική πάλη διεξάγεται σχεδόν κατ΄ αποκλειστικότητα στην ύπαιθρο και η μεγάλη αγροτική εξέγερση του 1358, γνωστή ως «jacquerie» χαρακτηρίζεται κυρίως από τη συμμαχία ανάμεσα τους αγρότες και τους αστούς, χωρίς τη σημαντική συμμετοχή σε αυτήν του προδρόμου της εργατικής τάξης.

Περνάμε τέλος στην περίπτωση της Αγγλίας. Η διαφορά της από το «ιταλικό μοντέλο» (ας μας επιτραπεί η έκφραση) είναι το γεγονός ότι σε αυτή τη χώρα συντελέστηκε πολύ νωρίς η κατάργηση της δουλοπαροικίας και ότι η μεγάλη μάζα του πληθυσμού της υπαίθρου αποτελούνταν κατά το τέλος του 15ου αιώνα από ελεύθερους μικροϊδιοκτήτες καλλιεργητές. Στην Αγγλία, το προλεταριάτο προέρχεται από δύο διαφορετικές κοινωνικές πηγές. Η μία ήταν οι διαλυμένοι φεουδαρχικοί στρατοί τα μέλη των οποίων μπήκαν στις πόλεις σαν μελλοντικός «στρατός» μισθωτών εργατών. Η άλλη πηγή ήταν ακριβώς οι ελεύθεροι μικροκαλλιεργητές, των οποίων οι γαίες απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά και μετατράπηκαν σε βοσκοτόπους. Πρόκειται για μια διαδικασία που έχει περιγραφεί πολύ αναλυτικά και πληρέστατα από το Μαρξ, τόσο η ίδια όσο και οι θλιβερές επιπτώσεις της στη ζωή αυτών των λαϊκών στρωμάτων. Αξίζει πάντως να σημειώσουμε ότι στην Αγγλία εμφανίζεται πολύ πρώιμα και η πρώτη «Εργατική Νομοθεσία» (Statute of labourers), μόλις το 1351. Βεβαίως, η νομοθεσία αυτή μόνο προς το συμφέρον της νεογέννητης εργατικής τάξης δεν ήταν: θεσπίστηκε μετά από μια επιδημία πανώλους, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη εργατικών χεριών και την αύξηση των ημερομισθίων. Η «εργατική νομοθεσία» επέβαλε στους μισθωτούς ημερομίσθια ίσα με αυτά που ελάμβαναν πριν από την επιδημία της πανώλους, ενώ για τους παραβάτες προέβλεπε ποινές φυλάκισης, δεσίματος με αλυσίδες, ακόμα και σημάδεμα με πυρωμένο σίδερο! Σε αυτή την περίπτωση, φαίνεται, μεταξύ άλλων, και η ένταση των εξωοικονομικών εξαναγκασμών, με τους οποίους το κράτος συντελεί στη διαδικασία μετατροπής του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής σε καπιταλιστικό. Ετσι λοιπόν, όπως προσφυώς καταθέτει ο Μαρξ: «Αν, σύμφωνα με τον Ωζιέ, το χρήμα γεννιέται με φυσικές κηλίδες αίματος στο ένα μάγουλο, το κεφάλαιο γεννιέται βουτηγμένο από την κορυφή, ως τα νύχια στο αίμα και στη βρωμιά και στάζοντας αίμα απ' όλους τους πόρους».

Η χαραυγή του αναγεννησιακού κόσμου έχει μια πλευρά σχεδόν αθέατη. Εάν όμως σε αυτή την αθέατη πλευρά, πέσει το φως της ιστορικής έρευνας, αποκαλύπτεται ότι πέρα από τη μάχη ανάμεσα στην απερχόμενη κυρίαρχη τάξη των φεουδαρχών και τη νεοπαγή των αστών, από πολύ νωρίς, έστω και σε εμβρυώδη κατάσταση, ξεκινά η πάλη ανάμεσα στους αστούς και στον αντίθετο πόλο τους, στους μισθωτούς εργάτες. Ωστόσο, βρισκόμαστε ακόμα στη γέννηση του καπιταλισμού. Η εργατική τάξη δεν υπάρχει παρά ως πρόπλασμα και δεν μπορεί να θέσει το κυριότερο αίτημα που θα ωριμάσει μαζί της με το πέρασμα πέντε τουλάχιστον αιώνων. Το αίτημα για την κατάληψη της εξουσίας και την απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής προς όφελος του άμεσου παραγωγού. Οι πρώιμες εξεγέρσεις στις οποίες αναφερθήκαμε (με όλη τους την ένταση, ακόμα και τη βιαιότητα πολλές φορές, τόσο χαρακτηριστική εξ άλλου γι' αυτήν την εποχή της ανθρώπινης ιστορίας) δεν είναι παρά μια μορφή αυθόρμητης και σπασμωδικής αντίδρασης απέναντι στις άθλιες συνθήκες ζωής που επεφύλασσε το τέλος των Μέσων Χρόνων στο μισθωτό εργάτη. Θα χρειαστούν πέντε ακόμα αιώνες, από εκείνη την πρώτη, ηρωική και συγκινητική στον ηρωισμό και στην «παιδική», για τα ιστορικά μέτρα, αφέλειά της εξέγερση των ξαντών της Φλωρεντίας, ώστε η εργατική τάξη, ώριμη πια και διαμορφωμένη σε «τάξη για τον εαυτό της» να επιχειρήσει τις εφόδους της στον ουρανό», να τις κερδίσει ή να τις χάσει. Να ωριμάσει μέσα από τις νίκες και τις ήττες της, αλλά και να παραμείνει το βασικό επαναστατικό υποκείμενο του σύγχρονου κόσμου, εκείνο που θα φέρει τη μεγάλη ανατροπή, διαψεύδοντας όλους όσους επαγγέλλονται το «τέλος της ιστορίας».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Καρλ Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», τόμος Α΄.
2. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ: Παγκόσμια Ιστορία (τόμοι Γ1 και Γ2)
3. Carlo Cipolla: «Η Ευρώπη πριν από τη βιομηχανική επανάσταση - κοινωνία και οικονομία, 1000 - 1700 μΧ.» (Εκδόσεις Θεμέλιο)
4. Levante Veneziano (Aspetti di storia delle Isole Ionie al tempo della Serenissima) (a cura di Massimo Costantini - Aliki Nikiforou), Quaderni di Cheiron, n.2.


Ιδεολογικά και στρατηγικά πιο ώριμοι στην προοπτική μιας νέας επαναστατικής ανόδου στον 21ο αιώνα

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009 9:59 μμ


Η ομιλία της Ελένης Μπέλλου, μέλους του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, κατά το «κλείσιμο» της συζήτησης του δεύτερου θέματος του 18ου Συνεδρίου, εκ μέρους της ΚΕ


Η Ελένη Μπέλλου ενώ παρουσιάζει το κλείσιμο του δεύτερου θέματος, εκ μέρους της Κεντρικής Επιτροπής
alt
Αγαπητές συντρόφισσες, αγαπητοί σύντροφοι,

Η συζήτηση στο Συνέδριο επιβεβαιώνει την ωριμότητά μας να καταλήξουμε σε Απόφαση Εκτιμήσεων και Συμπερασμάτων από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα, με επίκεντρο την ΕΣΣΔ. Να εμπλουτίσουμε την αντίληψή μας για το Σοσιαλισμό.

Η ΚΕ εκτιμά ότι ήταν υψηλός ο προβληματισμός των ομιλιών γενικά, όπως και αυτών μέσω των οποίων συνδέθηκε ο προβληματισμός και με την πείρα σε εργασιακούς κλάδους. Αξιοσημείωτη είναι και η συμβολή στελεχών του Κόμματος που δουλεύουν στην ΚΝΕ. Μπορούμε να πούμε, παίρνοντας υπόψη μας και την εμπειρία της ΚΟΜΕΠ, ότι πολλές ομιλίες έχουν προδιαγραφές για δημοσίευσή τους ως άρθρων στις σελίδες της.

Αυτό δείχνει πόσο αποτελεσματικό είναι όταν ο προσανατολισμός στα καθήκοντα εκφράζεται ενιαία και γίνεται υπόθεση όλων των στελεχών, ανεξάρτητα από τον εσωκομματικό καταμερισμό.

Είναι ελπιδοφόρο, είναι επιβεβαίωση, ότι τα καθήκοντα της κομματικής οικοδόμησης, της Αντεπίθεσης, που αφορά την ικανότητα του Κόμματος, την ικανότητα των εργατικών στελεχών, είναι ήδη δρομολογημένα, αφού υπάρχουν προϋποθέσεις να γίνει εκλαϊκευτική παρουσίαση και στήριξη των θέσεών μας σε αυτό το σύνθετο, θεωρητικό - στρατηγικό ζήτημα, που σίγουρα δίνει τη βάση, το εφαλτήριο, για την ποιότητα της ιδεολογικής - πολιτικής μας δουλειάς στην εργατική τάξη, στις λαϊκές δυνάμεις.

Αποψη από την ψηφοφορία για την απόφαση του δεύτερου θέματος
alt
Υπάρχει το στελεχικό δυναμικό για να στηρίξει την εκλαΐκευση, τη ζύμωση πρώτ' απ' όλα στις εργατικές δυνάμεις, σε κλάδους - χώρους δουλειάς, όπως καταλήξαμε στο 1ο Θέμα.

Υπάρχει στελεχικό δυναμικό ικανό ν' ανταποκριθεί στην περαιτέρω έρευνα, στη δημιουργική συζήτηση με άλλα ΚΚ, στην κατεύθυνση και της προώθησης στενότερης συνεργασίας ΚΚ που στηρίζονται στις θεωρητικές αρχές του μαρξισμού - λενινισμού, του προλεταριακού διεθνισμού, της αναγνώρισης της σοσιαλιστικής πορείας και προσφοράς της ΕΣΣΔ και άλλων σοσιαλιστικών κρατών, ανεξάρτητα από το γεγονός, παραφράζοντας τον παραλληλισμό ενός συντρόφου, ότι «ο σοσιαλιστικός έφηβος δεν έζησε για να ενηλικιωθεί».

Θεμελιακό ζήτημα οι οικονομικές νομοτέλειες

Σχετικά με ορισμένα ζητήματα που τέθηκαν στη συζήτηση στο Συνέδριο:

1. Σχετικά με τη σχέση Οικονομίας -Πολιτικής σε αντιπαράθεση με την ανάγκη ανάπτυξης της Πολιτικής Οικονομίας του Σοσιαλισμού. Σωστά, κατά τη γνώμη της ΚΕ, επισημάνθηκε η θεωρητική υστέρηση ως προς την Πολιτική Οικονομία του Σοσιαλισμού - Κομμουνισμού, ως έναν από τους κύριους παράγοντες της οπορτουνιστικής παρέκκλισης του ΚΚΣΕ.

Τι θέλουμε να διευκρινίσουμε:

Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της αναγνώρισης της ανάγκης διερεύνησης της σοσιαλιστικής πορείας με τη σχέση Οικονομίας - Πολιτικής, σε σχέση με την ανάγκη ανάπτυξης της Πολιτικής Οικονομίας του Σοσιαλισμού. Ισα ίσα η σχέση Οικονομίας - Πολιτικής σε αυτό παραπέμπει, δηλαδή στη βάση της γνώσης των νομοτελειών, στη βάση της αντικειμενικής ανάλυσης της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, των αντιθέσεων και κοινωνικών διαφορών, με στόχο τη δημιουργία των υλικών προϋποθέσεων αλλά και των πολιτικών μέτρων για την εξάλειψή τους.

Οι σύνεδροι ξεσπούν σε χειροκροτήματα μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος της ψηφοφορίας για το δεύτερο θέμα
alt
Να πάρουμε υπόψη ότι το Κόμμα δεν είναι απλά η οργανωτική πρωτοπορία της εργατικής τάξης, δηλαδή πρωτοπορία στην κινητοποίησή της, ούτε είναι μόνο καθοδηγητής στις δράσεις καταστολής αντεπαναστατικών δυνάμεων.

Είναι ΟΛΑ ΑΥΤΑ στη βάση της ιδεολογικής - πολιτικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης και ως καθοδηγήτρια δύναμη στη Δικτατορία του Προλεταριάτου, δηλαδή στη συνειδητή σχεδιασμένη κατεύθυνση της δράσης των μαζών για τη σοσιαλιστική θεμελίωση και ανάπτυξη. Αλλά όταν λέμε ιδεολογική πρωτοπορία, δεν εννοούμε ιδέες αποσπασμένες από την έρευνα και θεωρία, που είναι στα χαρακτηριστικά, στα καθήκοντα του Κομμουνιστικού Κόμματος, που αποτελεί συνένωση επαναστατικής θεωρίας και επαναστατικής πράξης.

Ετσι, η ανάπτυξη της Πολιτικής Οικονομίας του Σοσιαλισμού -Κομμουνισμού είναι στοιχείο, επιβεβαίωση, αν θέλετε, της κομμουνιστικής ταυτότητας.

Φυσικά υπάρχει καταμερισμός μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα, που αφορά και την ερευνητική δουλειά, καταμερισμός που αφορά και οργανισμούς, π.χ., ερευνητικά κέντρα, τα οποία δε νοούνται χωρίς να εκφράζεται και να επιβεβαιώνεται σε αυτά στην πράξη ο καθοδηγητικός ρόλος του Κόμματος.

Αρα περιλαμβάνει όλα αυτά η σχέση Οικονομίας - Πολιτικής που θέτει η ΚΕ.

Από αυτή την άποψη θεμελιακό ζήτημα είναι οι οικονομικές νομοτέλειες.

Για τις εμπορευματικές -χρηματικές σχέσεις

2. Να διευκρινίσουμε ζητήματα για τις εμπορευματικές - χρηματικές σχέσεις:

Δεν είναι σωστό να ερμηνεύουμε τη στάση του Στάλιν ως μοναδική ή κύρια πολεμική απέναντι σε αυτούς που υποστήριζαν την άμεση πλήρη κατάργηση του χρήματος το 1950-'51. Το μέτωπό του ήταν στραμμένο κυρίως στους αγοραίους.

Το κείμενο της ΚΕ δεν υποστηρίζει ότι στις αρχές του 1950 έπρεπε να καταργηθεί το χρήμα και από αυτή την άποψη συμφωνούμε ότι ο Στάλιν σωστά απάντησε σε αυτούς που ανεπεξέργαστα, δογματικά πολεμούσαν τους αγοραίους.

Εμείς υποστηρίζουμε ότι η κατεύθυνση πρέπει να είναι η εξάλειψη των εμπορευματικών - χρηματικών σχέσεων και να συνοδεύεται από ανάλογη πολιτική. Δηλαδή, να συνοδεύεται από μέτρα για να επιταχυνθεί η διαδικασία συνένωσης των χαμηλών μορφών συνεταιρισμού σε ανώτερες, για την ανάπτυξη των ανώτερων μορφών συνεταιρισμού και ωρίμανσής τους - από την άποψη των υλικών προϋποθέσεων - ώστε να περάσουν σε άμεση κοινωνική παραγωγή.

Ακόμη, η πλήρης κατάργηση του χρηματικού εργασιακού εισοδήματος προϋποθέτει ξεπέρασμα της στενότητας της σοσιαλιστικής παραγωγής στην παραγωγή καταναλωτικών προϊόντων, τουλάχιστον πορεία άμβλυνσης της διαφοράς μεταξύ χειρωνακτικής - πνευματικής εργασίας.

Τοποθετούμαστε κριτικά απέναντι στην αντιφατικότητα, την αντινομία, που συμπυκνώνει η άποψη ότι τα καταναλωτικά προϊόντα της σοσιαλιστικής παραγωγής για τους εργαζόμενούς της ήταν εμπορεύματα, ότι στην κατανομή τους παρέμβαινε ο νόμος της αξίας, έστω και μη καθοριστικά, εξ ου και ο χαρακτηρισμός τους ως «ειδικής μορφής εμπορεύματα».

Επισημαίνουμε ότι ο χαρακτήρας των σχέσεων παραγωγής είναι καθοριστικός για το χαρακτήρα των σχέσεων κατανομής.

Είναι αντίφαση λοιπόν τα προϊόντα της άμεσα κοινωνικής παραγωγής να κατανέμονται εμπορευματικά. Τότε σημαίνει ότι δεν έχουμε άμεσα κοινωνική παραγωγή. Η κατανομή «σύμφωνα με την εργασία» είναι εξηγήσιμη ως πρόβλημα ανωριμότητας στις σχέσεις κατανομής, που αντανακλά σχετική ανωριμότητα και στο χαρακτήρα της κοινωνικής παραγωγής. Γι' αυτό υφίσταται «στον καθένα ανάλογα με την εργασία του», που περικλείει τη μη ισότιμη συμμετοχή κι όχι «στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του».

Ανεξάρτητα αν η θέση περί «ειδικής μορφής εμπορευμάτων» εξέφραζε και έλλειψη διαμόρφωσης κατηγοριών σοσιαλιστικής οικονομίας, σίγουρα δεν ήταν ολοκληρωμένη αυτή η τοποθέτηση, πάνω στην οποία πάτησε η αναθεωρητική και οπορτουνιστική παρέκκλιση που ακολούθησε.

Οπωσδήποτε δεν ήταν νομοτελειακό το λάθος να εξελιχθεί σε οπορτουνισμό. Εγινε έτσι γιατί, υπό την επίδραση σειράς άλλων παραγόντων, το πώς αντανακλάστηκε η ταξική πάλη στην εσωκομματική διαπάλη, δεν έγινε κατορθωτό έγκαιρα να υπάρξει διόρθωση.

Συχνά μπαίνει το ερώτημα: «Κάθε λάθος σημαίνει οπορτουνιστική παρέκκλιση;» ή «είναι δυνατόν να μη γίνουν λάθη;» πολύ περισσότερο στη θεωρία, όταν η ίδια η ζωή δεν είχε πλήρως αναπτύξει τα νέα φαινόμενα;

Και βέβαια τα λάθη είναι μέσα στη ζωή, στη διαδικασία της γνώσης. Η κατάκτηση της γνώσης και στο ανεπτυγμένο θεωρητικό της επίπεδο βασίστηκε στην αξιολόγηση θεωρητικών λαθών που προέκυπταν είτε ως αρχικές γενικεύσεις πειραμάτων είτε ως αρχικά θεωρητικά αξιώματα που έμπαιναν στη διαδικασία της πειραματικής ή κοινωνικής επιβεβαίωσης.

Στην κομματική γνώση, το μη έγκαιρα διορθωμένο λάθος οδηγεί στην αναθεώρηση ή στο δογματισμό.

3. Το κείμενο της ΚΕ αναγνωρίζει την ύπαρξη εμπορευματικών σχέσεων στην ανταλλαγή μεταξύ προϊόντων της σοσιαλιστικής παραγωγής και προϊόντων της συνεταιριστικής.

Αλλά δεν τη βλέπει στατικά, αναλλοίωτα. Δεν πρέπει να γίνεται σύγκριση μεταξύ διαφορετικών περιόδων της ΕΣΣΔ, κυρίως μιλώντας για τη δεκαετία του 1950.

Τέτοια σύγκριση δεν παίρνει υπόψη της την τεράστια για τα δεδομένα της ΕΣΣΔ αύξηση των δυνατοτήτων της βιομηχανίας της, κάτι που δεν έζησε ο Λένιν.

Πριν τον πόλεμο αναλογούσε ένα τρακτέρ για περισσότερα κολχόζ, ενώ μετά, 10 και παραπάνω για το κάθε κολχόζ.

ΑΛΛΑ ΒΕΒΑΙΑ δε λέμε ότι ΟΛΑ τα κολχόζ έπρεπε να μετατραπούν σε σοβχόζ το 1951 ή 1955.

Μας καλύπτει ο προσανατολισμός που δόθηκε τότε από την ηγεσία της ΕΣΣΔ, που με σαφήνεια υπάρχει στην Εισήγηση και στις Θέσεις και κρίνουμε αρνητικά την αλλαγή της κατεύθυνσης.

Στην ελληνική πραγματικότητα είναι πολύ πιο προχωρημένη η μηχανοποίηση, αλλά λείπουν οι υποδομές παγίων εγκαταστάσεων ή εγκαταστάσεις αποθήκευσης - συντήρησης - μεταφοράς - διάθεσης, οι οποίες είναι στα χέρια του μεγάλου κεφαλαίου.

Επομένως, πολύ περισσότερο δεν μπορεί να γίνει μηχανιστική μεταφορά των λενινιστικών θέσεων για τον τρόπο υλοποίησης της συνεταιριστικοποίησης κι αυτό κάθε άλλο παρά είναι αναθεώρηση λενινιστικών αρχών.

Θέση αρχής είναι η αναγκαιότητα της συμμαχίας

4. Δεν έρχεται σε αντιπαράθεση ο όρος μαρξισμός - λενινισμός σε σχέση με τον όρο επιστημονικός σοσιαλισμός -κομμουνισμός.

Ο Λένιν στις θέσεις του Απρίλη χαρακτήρισε ως δογματισμό την εμμονή κάποιων μπολσεβίκων στην παλιά επεξεργασία για επαναστατική δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς.

Το ίδιο αφορά και το χαρακτηρισμό της συνεταιριστικής σχέσης ως στοιχείο του σοσιαλισμού, «ό,τι χρειαζόταν για το σοσιαλισμό», σε μια κοινωνία που - μην το ξεχνάμε - οι αγρότες αποτελούσαν το 60% του εργατικού δυναμικού και η παραγωγή ήταν στα χέρια των κουλάκων.

Αυτό και μόνο εξηγεί αν είναι θέση αρχής ή θέση ανταποκρινόμενη σε συγκεκριμένη κατάσταση.

Θέση αρχής είναι η αναγκαιότητα της συμμαχίας με καταπιεζόμενα στρώματα.

5. Σχετικά με τα περί Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), η ΚΕ στο κείμενό της θεωρεί ότι χρειάζεται διερεύνηση, δηλαδή σε ποιες συνθήκες άλλαξε η στρατηγική της ή η ανάδειξη όλων των παραγόντων που οδήγησαν στην αυτοδιάλυσή της.

Στις αποφάσεις του 2ου Συνεδρίου της ΚΔ περιλαμβάνονται το Καταστατικό της, οι 21 όροι εισδοχής στην ΚΔ και θέσεις προγραμματικού χαρακτήρα που διαμορφώθηκαν από τον Λένιν. Εθεσε ως θεμελιακές αρχές του, την πάλη με τη σοσιαλδημοκρατία, τον τότε φορέα του οπορτουνισμού, το χαρακτήρα της Δικτατορίας του Προλεταριάτου. Πρόκειται για κείμενο μη δημοσιευμένο αυτούσιο, μόνο μέρος του στα Απαντα του Λένιν.

Σχετικά με τα κριτήρια για την κατανομή

6. Ορισμένες τοποθετήσεις θεωρούν ότι «η αποδοτικότερη εργασία» πρέπει να αμείβεται περισσότερο. Κάνουν το λάθος να κρίνουν την αποδοτικότητα ατομικά κι όχι κοινωνικά, δεν παίρνουν υπόψη τους ότι η απόδοση εξαρτάται από όλη την ομάδα, την κολεκτίβα.

Η άποψη που διαφωνεί στο χρόνο εργασίας ως κύριο κριτήριο για την κατανομή, σωστά αναφέρθηκε στην εντατικότητα της εργασίας, η οποία όμως αναφέρεται στο κείμενο, γιατί στα κριτήρια αναφέρει, π.χ., τους υλικούς όρους παραγωγής.

Ομως, αυτή η άποψη κάνει το λάθος και βλέπει την εντατικότητα ως ατομική κατάσταση κι όχι ως ατομική εργασία ενταγμένη στην κοινωνική, επομένως αυτό θα καθορίσει και τις ανάγκες για μειωμένο χρόνο εργασίας, αν πρόκειται για κλάδο υψηλής εντατικότητας, π.χ., ανθρακωρύχοι. Αλλά και τα παραδείγματα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή. Σήμερα, π.χ., η δουλειά του φύλακα δεν είναι τόσο απλή όσο παρουσιάστηκε.

Ούτε θα συμφωνήσουμε με την άποψη να μην τοποθετηθούμε με σαφήνεια στα κριτήρια. Βεβαίως, δεν είναι της παρούσης να προσδιορίσουμε σήμερα αποκλίσεις από το γενικό χρόνο εργασίας.

Δεν πρέπει να συγχέεται ο χαρακτήρας της εξουσίας με τις μεταβατικές «στιγμές» του ιστορικού χρόνου

7. Ενας σ. ανέφερε την ένστασή του για τη μη χρήση του όρου των σταδίων στην ανάπτυξη των κοινωνικών συστημάτων.

α) Ολο το Κείμενο των Θέσεων της ΚΕ, όπως και η εισήγηση, μιλά για δύο βαθμίδες, την κατώτερη και ανώτερη του κομμουνισμού. Η ουσία θεωρούμε ότι αποδίδεται καλύτερα με τη βαθμίδα.

Οι κλασικοί χρησιμοποίησαν ως όρους και το στάδιο και τη βαθμίδα, η ουσία όμως δεν αλλάζει, πρόκειται για το ανώριμο και το ώριμο.

β) Αναφερόμενοι στον καπιταλισμό, πρέπει να ξεχωρίσουμε και πάλι την ουσία, που είναι η εξής: Πάνω στην ανάπτυξη της βάσης του καπιταλισμού, της βιομηχανίας τροποποιήθηκαν οι σχέσεις ατομικής ιδιοκτησίας μέσων παραγωγής χωρίς να χάνουν τον πυρήνα τους - ατομική ιδιοκτησία - και πήραν εταιρική μορφή που ταίριαζε στη γιγάντωση του κεφαλαίου, στο μονοπώλιο.

8. Οσον αφορά τη θέση (27) ότι «ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό δε μεσολαβεί κάποιο ενδιάμεσο κοινωνικό σύστημα, επομένως και ενδιάμεση πολιτική εξουσία ανάμεσα στην αστική και την επαναστατική εργατική εξουσία».

Η ΚΕ θεωρεί ότι δεν πρέπει να συγχέεται ο χαρακτήρας της εξουσίας με τις μεταβατικές «στιγμές» του ιστορικού χρόνου.

Πρώτ' απ' όλα, ως προς το πώς βλέπει η ΚΕ τις μεταβατικές «στιγμές» παραπέμπουμε στο Πρόγραμμα του Κόμματος (σελ. 38-39):

«Σε συνθήκες κορύφωσης της ταξικής πάλης, επαναστατικής ανόδου του λαϊκού κινήματος, όταν η επαναστατική διαδικασία έχει ξεκινήσει, μπορεί να προκύψει κυβέρνηση, ως όργανο λαϊκής εξουσίας, που έχει την έγκριση και τη συγκατάθεση του αγωνιζόμενου λαού, χωρίς γενικές εκλογές και κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Αυτή η κυβέρνηση θα ταυτίζεται ή θα τη χωρίζει τυπική απόσταση από την εξουσία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της».

Για το Κόμμα μας είναι καθαρό ότι ο χαρακτήρας της εξουσίας είναι η Δικτατορία του Προλεταριάτου, χωρίς να μπερδεύεται σε ενδιάμεσες μορφές εξουσίας.

Είναι άλλο ζήτημα εκ των υστέρων, δηλαδή από την ιστορική έρευνα, να διαπιστωθεί η πολυμορφία που μπορεί να δώσει η διαδικασία κατά την οποία δεν έχει ακόμη ανατραπεί η αστική εξουσία αλλά έχει ξεκινήσει η αποδυνάμωσή της, ο κλονισμός της. Είναι ζήτημα ιστορικής έρευνας οι μορφές που παίρνουν σε κάθε ιστορική περίπτωση οι διαβαθμίσεις στον κλονισμό της αστικής εξουσίας.

Π.χ., οι πρώτες κυβερνήσεις που διαμορφώθηκαν από τα αντιφασιστικά μέτωπα στις χώρες που απελευθερώθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό, δεν ήταν επαναστατικές εργατικές εξουσίες (Δικτατορία του Προλεταριάτου), συμμετείχαν και αστικές δυνάμεις. Γι' αυτό γρήγορα αναπτύχθηκε πάλη για το «ποιος - ποιον» και λύθηκε, στις περισσότερες περιπτώσεις, με κατάκτηση της επαναστατικής εργατικής εξουσίας (Δικτατορία του Προλεταριάτου). Η πορεία των πραγμάτων δεν πρέπει να αποσπάται από την ύπαρξη των δυνάμεων του Κόκκινου Στρατού.

Παρεμφερές είναι το ζήτημα σχετικά με τη Μογγολία. Ακόμα και για αποικίες της Τσαρικής Ρωσίας που οικειοθελώς εντάχθηκαν στην ΕΣΣΔ, ανεξάρτητα από το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεών τους.

Αλλά και στην περίπτωση της Κουβανέζικης Επανάστασης δεν υπάρχει ενδιάμεση εξουσία και ενδιάμεσος κοινωνικο-οικονομικός σχηματισμός. Κρίκος έναρξης της επαναστατικής διαδικασίας υπήρξε ο εθνικο-ανεξαρτησιακός ένοπλος αγώνας που καταστάλαξε και αντικειμενικά έλυσε το πρόβλημα με τη μετατροπή του σε σοσιαλιστικό.

Η ΠΕΕΑ δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ενδιάμεση εξουσία, αλλά όντως είναι μια «μεταβατική στιγμή» σε μια διαδικασία που τελικά κατέληξε σε ισχυροποίηση της αστικής εξουσίας.

Ούτε η «δυαδική εξουσία» στη Ρωσία επαληθεύει ενδιάμεση εξουσία.

Σε μια ενιαία επαναστατική διαδικασία από το Φλεβάρη στο Δεκέμβρη, δίνει ένα κέντρο - προσωρινή κυβέρνηση - που παλεύει να σταθεροποιήσει την αστική εξουσία κι ένα άλλο, τα σοβιέτ, όπου γίνεται διαπάλη να κρατηθεί ως κέντρο συνέχισης της επαναστατικής, της προλεταριακής.

Για την ιστορία του ζητήματος σημειώνουμε ότι το καθήκον του κινήματος στη Ρωσία πριν το 1917 ήταν η ανατροπή της Τσαρικής απολυταρχίας και όχι της αστικής εξουσίας που δεν είχε εγκαθιδρυθεί. Οταν η αστική τάξη πήρε την εξουσία το Φλεβάρη του 1917 ο Λένιν είπε ότι η ζωή, που είναι πιο πλούσια από τη θεωρία, δεν υλοποίησε την επαναστατική δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά έδωσε την εξουσία στην αστική τάξη και δημιούργησε τα σοβιέτ ως ανεξέλικτη μορφή εξουσίας της εργατικής τάξης («δυαδική εξουσία»).

Αυτά δεν μπορούν να μεταφέρονται στη στρατηγική για την ανατροπή της αστικής εξουσίας ως ενδιάμεση εξουσία.

Τέλος, ως προς την ένστασή του να επικυρωθεί η θέση της ΚΕ για το 7ο συνέδριο της ΚΔ, δεν υπάρχει τέτοια θέση στο κείμενο της ΚΕ. Υπάρχει η θέση για «χαλάρωση της λειτουργίας της ΚΔ ως ενιαίου κέντρου» και δίνονται κάποια χαρακτηριστικά αυτής της χαλάρωσης σε σημειώσεις.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Η συζήτηση έδειξε την ωριμότητα του Κόμματος να συζητά και να αποφασίζει σε θεωρητικά ζητήματα, να κρίνει θέσεις που υιοθετήθηκαν στο παρελθόν χωρίς να κινδυνεύει από συναισθηματική απογοήτευση ή μηδενισμό. Το Συνέδριο αποδεικνύει την ωριμότητα του Κόμματός μας να συζητήσει κριτικά και δημιουργικά την Ιστορία του για την περίοδο 1949 - 1974, ένα από τα πρώτα καθήκοντα για την επόμενη 4ετία, που ήδη αποφασίσαμε.

Κλείνοντας το θέμα και καταλήγοντας με την Απόφαση σίγουρα βγαίνουμε ιδεολογικά και στρατηγικά πιο ώριμοι, πιο δυνατοί, πιο ατσαλωμένοι στην προοπτική μιας νέας επαναστατικής ανόδου στον 21ο αιώνα.

alt alt alt alt

Οι Επαναστάτες για τους «επαναστάτες»

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2009 10:59 μμ




alt
«(...) Τούτη η παθιασμένη πυρετώδης φούρια, τούτο το πυροτέχνημα των δολοφονιών, που δεν έχουν κανένα νόημα, και, αν το καλοκοιτάξεις, είναι πληρωμένες και μονταρισμένες απ' την αστυνομία, δεν μπορεί να μην ανοίξει τα μάτια ακόμα και του αστισμού για τον αληθινό χαρακτήρα αυτής της προπαγάνδας των φρενοβλαβών και βαλτών πρακτόρων(...)».

(Φρ. Ενγκελς, επιστολή του προς τον Πάμπλο Ιγκλέσιας στη Μαδρίτη, Κ. ΜΑΡΞ - Φ. ΕΝΓΚΕΛΣ, Απαντα, τόμ. 39, σελ. 223).

*

«Ας περάσουμε στο δεύτερο σημείο, στο ζήτημα της τρομοκρατίας (...) Η ακαταλληλότητά της έχει αποδειχθεί τόσο καθαρά από την πείρα του ρωσικού επαναστατικού κινήματος (...) Οι Ρώσοι σοσιαλδημοκράτες αναιρούσαν (και αναίρεσαν για πολύ καιρό) τη σκοπιμότητα μιας τέτοιας μεθόδου πάλης... Οι σοσιαλιστές - επαναστάτες έχουν την αφέλεια να μην αντιλαμβάνονται πως η ροπή τους προς την τρομοκρατία βρίσκεται στην πιο στενή αιτιατή σύνδεση με το γεγονός ότι οι ίδιοι στάθηκαν από μιας αρχής και εξακολουθούν να στέκονται παράμερα από το εργατικό κίνημα, χωρίς, μάλιστα, να επιδιώκουν να γίνουν κόμμα της επαναστατικής τάξης που διεξάγει τον ταξικό της αγώνα... Το ότι η μοναδική "ελπίδα" της επανάστασης είναι το "πλήθος", ότι ενάντια στην αστυνομία μπορεί να παλέψει μόνο η επαναστατική οργάνωση που καθοδηγεί (στην πράξη, κι όχι στα λόγια) αυτό το πλήθος, αυτό είναι πια στοιχειώδες. Αυτό είναι ντροπή να το αποδείχνει κανείς. Και μόνο άνθρωποι που ξέχασαν τα πάντα και δε διδάχτηκαν απολύτως τίποτα, μπορούσαν να υποστηρίξουν το "αντίθετο" (...) Να καλείς σε μια τέτοια τρομοκρατία, όπως είναι η διοργάνωση αποπειρών δολοφονίας ενάντια σε υπουργούς από μεμονωμένα άτομα και από άγνωστους μεταξύ τους ομίλους, τη στιγμή που οι επαναστάτες δεν έχουν αρκετές δυνάμεις και μέσα για την καθοδήγηση της μάζας, που ήδη ξεσηκώνεται, σημαίνει ότι όχι μόνο διακόπτεις μ' αυτόν τον τρόπο τη δουλειά μέσα στις μάζες, αλλά και προκαλείς άμεσα την αποδιοργάνωση της δουλειάς (...)».

(Β. Ι. ΛΕΝΙΝ: «Απαντα», τ. 6, σελ. 381-385, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).

«Το συνέδριο αποκρούει κατηγορηματικά την τρομοκρατία, δηλαδή το σύστημα των πολιτικών εκτελέσεων μεμονωμένων προσώπων σαν μέθοδο πολιτικής πάλης τελείως ακατάλληλη... (γιατί) καλλιεργεί και στους ίδιους τους επαναστάτες και στον πληθυσμό γενικά τις πιο στραβές αντιλήψεις για τα καθήκοντα και τις μεθόδους πάλης ενάντια στην απολυταρχία».

(ΛΕΝΙΝ, Απαντα τ. 7, σελ. 249).

«(...) Οι μεμονωμένες απόπειρες δολοφονίας, σαν επαναστατική τακτική, είναι άσκοπες και επιζήμιες. Μόνο το μαζικό κίνημα μπορεί να θεωρηθεί σαν πραγματική πολιτική πάλη (...)».

(ΛΕΝΙΝ, Απαντα, τ. 40, σελ. 312).

*

«Είμαστε ειλικρινά πεπεισμένοι ότι η τρομοκρατία είναι ένα αρνητικό όπλο, που δεν προσφέρει απολύτως ποτέ τα αναμενόμενα αποτελέσματα κι ότι μπορεί να απομακρύνει το λαό από ένα επαναστατικό κίνημα, αφού συνδέεται ολοκληρωτικά με αυτούς που επιδιώκουν ανθρώπινες απώλειες χωρίς προοπτική για τα προσδοκώμενα αποτελέσματα».

(Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος», σελ. 127, εκδόσεις «Καρανάση», Αθήνα, 1982).

«Η δολοφονία και ο τυφλός τερορισμός (τρομοκρατία) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται. Είναι προτιμότερο να γίνεται μαζική δουλειά, να εντυπώνεται το επαναστατικό ιδανικό, και να το κάνει να ωριμάσει για να μπορούν, στη δοσμένη στιγμή, να κινητοποιήσουν αυτές τις μάζες υποστηριζόμενες από τον επαναστατικό στρατό και να κάνουν να κλίνει η πλάστιγγα προς την πλευρά της Επανάστασης».

(Τσε Γκεβάρα, στο ίδιο, σελ. 118-119).


alt alt alt alt

ΤΣΕΧΙΚΗ ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΣΤΗΝ ΕΕ -Ενταση της επίθεσης στα λαϊκά συμφέροντα

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2009 10:39 πμ


ΤΣΕΧΙΚΗ ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΣΤΗΝ ΕΕ

Ενταση της επίθεσης στα λαϊκά συμφέροντα


Την περασμένη Πέμπτη στην Αθήνα, η πρέσβης της Τσεχίας στην Ελλάδα - με αφορμή την έναρξη της Τσέχικης Προεδρίας στην ΕΕ το πρώτο εξάμηνο του 2009 - έσπευσε να παρουσιάσει στους Ελληνες δημοσιογράφους τις προτεραιότητες της Τσέχικης Προεδρίας. Η συνέντευξη δεν ήταν κάποια αθώα διπλωματική αβρότητα, αλλά τμήμα γενικότερου σχεδίου, συντονισμένα να προπαγανδιστούν και ενιαία να προωθηθούν παντού στην ΕΕ, οι πιο αντεργατικές κι αντιλαϊκές πολιτικές. Με επιμονή στην «ελεύθερη αγορά», στη συμπόρευση με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, στον ευρωστρατό, στα τρομονομοθετήματα της Σένγκεν, και στην εμπλοκή στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, π.χ. για πηγές, υποδομές και δίκτυα καυσίμου.

Προηγήθηκε 12 Νοέμβρη 2008 στην Πράγα ο ίδιος ο Τσέχος πρωθυπουργός να δημοσιοποιεί πρώτος τις προτεραιότητες και το πρόγραμμα της Τσέχικης Προεδρίας. Επικεντρωμένο στους τομείς της Οικονομίας, της Ενέργειας και των Εξωτερικών Σχέσεων του ευρωμορφώματος. Επιγραμματικά οι στόχοι τους όπως δημοσιοποιήθηκαν τότε - και με υπόμνηση για αυστηρή τήρηση του 18μηνου χρονοδιαγράμματος που ξεκίνησε με την απελθούσα Γαλλική Προεδρία και ολοκληρώνεται τέλη 2009 με τη Σουηδική:

Περισσότερα


Β.Ι. ΛΕΝΙΝ: "Επαναστατικός τυχοδιωκτισμός"

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2009 11:29 μμ


Ας περάσουμε στο δεύτερο σημείο, στο ζήτημα της τρομοκρατίας.
Υπερασπίζοντας την τρομοκρατία, που η ακαταλληλότητά της έχει αποδειχθεί τόσο καθαρά από την πείρα του ρωσικού
επαναστατικού κινήματος, οι σοσιαλιστές - επαναστάτες διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους και δηλώνουν πως αναγνωρίζουν
μόνο την τρομοκρατία που συνδυάζεται με τη δουλιά στις μάζες και γι' αυτόν το λόγο δεν τους αφορούν τα
επιχειρήματα, με τα οποία οι Ρώσοι σοσιαλδημοκράτες αναιρούσαν (και αναίρεσαν για πολύ καιρό) τη σκοπιμότητα
μιας τέτοιας μεθόδου πάλης. Εδώ επαναλαμβάνεται μια ιστορία, που μοιάζει πολύ με τη στάση τους απέναντι στην
«κριτική». Εμείς δεν είμαστε οπορτουνιστές, ξεφωνίζουν οι σοσιαλιστές - επαναστάτες, και ταυτόχρονα βάζουν στο
αρχείο το δόγμα του προλεταριακού σοσιαλισμού με βάση μόνο την οπορτουνιστική κριτική και με καμιά άλλη. Εμείς
δεν επαναλαμβάνουμε τα λάθη των τρομοκρατών, δεν αποσπούμε κανέναν από τη δουλιά στις μάζες, βεβαιώνουν οι
σοσιαλιστές - επαναστάτες, και ταυτόχρονα συνιστούν θερμά στο κόμμα πράξεις σαν τη δολοφονία του Σιπιάγκιν από
τον Μπαλμασόφ, αν και ο καθένας ξέρει θαυμάσια και βλέπει πως η πράξη αυτή δεν έχει καμιά σχέση με τις μάζες, ούτε
και μπορούσε να έχει με τον τρόπο που έγινε, πως τα άτομα, που έκαναν αυτήν την πράξη, δεν υπολόγιζαν και δεν
έλπιζαν σε καμιά συγκεκριμένη εκδήλωση είτε υποστήριξη του πλήθους. Οι σοσιαλιστές - επαναστάτες έχουν την
αφέλεια να μην αντιλαμβάνονται πως η ροπή τους προς την τρομοκρατία βρίσκεται στην πιο στενή αιτιατή σύνδεση με
το γεγονός ότι οι ίδιοι στάθηκαν από μιας αρχής και εξακολουθούν να στέκονται παράμερα από το εργατικό κίνημα,
χωρίς, μάλιστα, να επιδιώκουν να γίνουν κόμμα της επαναστατικής τάξης που διεξάγει τον ταξικό της αγώνα. Οι
απανωτοί όρκοι σε κάνουν πολύ συχνά να γίνεσαι προσεχτικός και να μπαίνεις σε σκέψεις, κατά πόσο μπορεί να είναι
αληθινό κάτι που έχει ανάγκη από πολλή σάλτσα. Κι όταν διαβάζω τις διαβεβαιώσεις των σοσιαλιστών - επαναστατών:
Εμείς με την τρομοκρατία δεν παραμερίζουμε τη δουλιά στις μάζες, - θυμούμαι συχνά τα λόγια: Πώς δε βαριούνται να
ορκίζονται; Γιατί αυτές τις διαβεβαιώσεις τις κάνουν οι ίδιοι άνθρωποι, που έχουν απομακρυνθεί πια από το
σοσιαλδημοκρατικό εργατικό κίνημα, που ξεσηκώνει πραγματικά τις μάζες και εξακολουθούν να απομακρύνονται απ'
αυτό, γαντζωμένοι από τ' αποσπάσματα κάθε λογής θεωριών.


Περισσότερα


διαπιστώσεις και συμπεράσματα της ΚΕ του ΚΚΕ για τις εξελιξεις των τελευταιων ημερων

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008 10:08 μμ


Η ΚΕ του ΚΚΕ συνεδρίασε σήμερα Τρίτη 9 Δεκέμβρη και συζήτησε την πολιτική κατάσταση στη χώρα με βάση τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών, τους μαζικούς αγώνες των εργαζομένων και της νεολαίας που εξέφρασαν την διαμαρτυρία τους για την δολοφονία του 15χρονου μαθητή, την αγανάκτησή τους για τα οξυμμένα λαϊκά προβλήματα. Η ΚΕ του ΚΚΕ κατέληξε στις παρακάτω διαπιστώσεις και συμπεράσματα.

Περισσότερα


Καμιά αυταπάτη -ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ ΤΩΡΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΛΙΓΑΡΧΙΑ

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008 9:42 πμ


Εχουμε αγώνα σήμερα, αύριο, μεθαύριο, κάθε μέρα. Σκληρό αγώνα. Ολα γύρω το μαρτυρούν. Πριν απ' όλα στους χώρους δουλειάς όπου η επίθεση είναι γενικευμένη, όπου το κάθε σεντς κέρδους καταγράφεται στις λογιστικές καρτέλες με ιδρώτα και αίμα. Κυριολεκτικά!

Η νέα επίθεση του κεφαλαίου θα είναι γενικευμένη, προετοιμάζεται καιρό, ζούμε ήδη τις αναγνωριστικές κινήσεις των δυνάμεών του.

Ομως, το κεφάλαιο δεν παίζει μόνο του στο γήπεδο.

Απέναντί του, ήδη, ορθώνεται ένα μαζικό, λαϊκό κίνημα που βήμα το βήμα προετοιμάζει, οργανώνει τη δική του αντεπίθεση. Κανένας δεν έχει σκοπό να πάει άκλαφτος σ' αυτή τη μάχη.

Αυτήν την αντεπίθεση θέλει να προλάβει η αστική τάξη.

Περισσότερα


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΥΠΟΥ ΤΟΥ ΚΣ ΤΗΣ ΚΝΕ Για τη δολοφονία του 15χρονου

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008 11:46 μμ


Καταδικάζουμε την εν ψυχρώ δολοφονία του 15χρονου Αντρέα Γρηγορόπουλου από αστυνομικό στα Εξάρχεια.

Οι ευθύνες της ηγεσίας της αστυνομίας και της κυβέρνησης είναι πάρα πολύ βαριές.

Το γεγονός είναι αποτέλεσμα του προσανατολισμού και της διαπαιδαγώγησης των σωμάτων ασφαλείας ενάντια στον «εχθρό λαό», ενάντια στο εργατικό λαϊκό κίνημα, στους νέους που αγωνίζονται.

Η κρατική καταστολή πάει χέρι-χέρι με την επίθεση στη ζωή και τα δικαιώματα της νεολαίας στη δουλιά, στην παιδεία, στο ωράριο, με την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων. Στόχος της είναι να φοβίσει τους εργάτες, τους υπάλληλους, τους μαθητές-φοιτητές και σπουδαστές, τη νεολαία.

Ο εμπρησμοί, οι καταστροφές, καμία σχέση δεν έχουν με το μαζικό λαϊκό κίνημα. Το σκηνικό αυτό νομιμοποιεί το κλίμα τρομοκρατίας και αυταρχισμού. Είναι άλλοθι στην πολιτική της ΝΔ, όπως ήταν άλλοθι και στην πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων, για να κρύψουν ότι ο στόχος της καταστολής είναι το εργατικό-λαϊκό κίνημα. Αποτελούν πολύ περισσότερο άλλοθι γα να χτυπηθεί το εργατικό λαϊκό κίνημα.

Μόνη απάντηση μπορεί να είναι το οργανωμένο λαϊκό κίνημα, η αγωνιστική, οργανωμένη και περιφρουρημένη κινητοποίηση της νεολαίας. Να μην συγκαλυφθούν τα πραγματικά αίτια και οι ευθύνες, όπως έχει γίνει σε άλλες περιπτώσεις (πχ βασανιστές των μεταναστών στα αστυνομικό τμήμα, υπόθεση του φοιτητή στη Θεσσαλονίκη κοκ). Καλούμε την νεολαία σε ένδειξη αγανάκτησης, διαμαρυρίας, καταδίκης, με οργανωμένο αγώνα να απαιτήσει να αποδωθούν ευθύνες πολιτικές και ποινικές. Να κλείσει τα σχολεία και τις σχολές, τα ΑΕΙ και ΤΕΙ, τα ΙΕΚ, και τις σχολές του ΟΑΕΔ, τα Νυχτερινά σχολεία. Οι μαζικοί φορείς να πάρουν αποφάσεις καταδίκης, να οργανώσουν συλλαλητήρια και κινητοποιήσεις. Η νεολαία, μαζί με το εργατικό-λαϊκό κίνημα, μαζικά και περιφρουρημένα να πάρει μέρος:

-          Στα αυριανά συλλαλητήρια ενάντια στον κρατικό αυταρχισμό που διοργανώνουν οι Οργανώσεις του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, αύριο σε όλη την Ελλάδα. Στην Αθήνα, στις 6 μμ, στην Ομόνοια.

-          Στην Πανεργατική Απεργία την Τετάρτη 10/12, στο πλευρό του ταξικού εργατικού κινήματος, του ΠΑΜΕ, σε 63 πόλεις σε όλη την Ελλάδα. Στην Αθήνα, στις 10.30 στην Ομόνοια.

 

Αθήνα, 7-12-2008

Το Γραφείο Τύπου του ΚΣ της ΚΝΕ

 


ΣΥΝ και εργασιακές σχέσεις

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008 0:09 πμ


Τις εργασιακές σχέσεις, που απειλούνται από την κρίση, θυμήθηκε ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, ζητώντας για αύριο συζήτηση προ ημερήσιας διάταξης στη Βουλή γι' αυτό το θέμα. Αραγε, ποιες εργασιακές σχέσεις επιδιώκει να υπερασπιστεί ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ; Αυτές που χρόνια τώρα έχουν βάλει στο στόχαστρο οι εργοδότες, ακόμα και την περίοδο της υπερκερδοφορίας τους, με την πλειοψηφία της ΓΣΕΕ να βάζει ανοιχτά πλάτη σε κάθε εργοδοτική προσπάθεια για την ανατροπή τους; Και πώς αντιλαμβάνεται την υπεράσπιση των εργασιακών σχέσεων ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, που στα λόγια υπερθεματίζει για τα εργασιακά συμφέροντα, αλλά στην πράξη στηρίζει τη συνδικαλιστική πλειοψηφία και προωθεί βαθύτατες ανατροπές σε δήμους όπου διοικεί ή συνδιοικεί με το ΠΑΣΟΚ; Το ενδιαφέρον του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ για τις εργασιακές σχέσεις από τη σκοπιά της στρατηγικής είναι υποκριτικό. Και αυτό είναι εύκολο να το καταλάβει κανείς ανατρέχοντας σε βασικές στρατηγικές επιλογές του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ που σχετίζονται με τις εργασιακές ανατροπές σε ευρωενωσιακό και εθνικό επίπεδο.

Ορισμένα παραδείγματα:

Περισσότερα

Ημερολόγιο

Σεπτέμβριος 2014
ΚΔΤΤΠΠΣ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
282930    

Σελίδες